Loro (2018), Ιταλία

2020-02-11T21:28:11+00:00

Γράφει ο Σπύρος Σημάτης

 

 

 

Loro (2018), Ιταλία

Ο Σέρτζιο Μάρα, είναι ένας προαγωγός συνοδών πολυτελείας στον Τάραντα, ο οποίος επιζητά μανιωδώς μία συνάντηση, με τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, καθώς και τη μεγάλη ζωή που εκείνος πρεσβεύει. Έτσι, θα διοργανώσει ένα πολυήμερο γλέντι, σε μία βίλα στη Σαρδηνία, ακριβώς απέναντι από την κατοικία του πρώην πρωθυπουργού.

Loro, στα ιταλικά, σημαίνει “Αυτοί”, υποδηλώνοντας έμμεσα όλους τους πολίτες της γείτονος χώρας, οι οποίοι πλανεύτηκαν από τις φρούδες υποσχέσεις ενός αδίστακτου δημαγωγού. Ο Πάολο Σορεντίνο, ενορχηστρώνει μία όπερα μπούφα, γύρω από το πρόσωπο του εκκεντρικού μεγιστάνα, προσπαθώντας να αποτυπώσει το σουρεαλιστικό παροξυσμό, μίας ολόκληρης κοινωνίας. Η σκηνοθετική του βιρτουοζιτέ, με πλάνα εξωπραγματικά φωτογενή, βγαλμένα θαρρείς από την πιο μύχια ονείρωξη ενός διαφημιστή, συναγωνίζονται τα εκπάγλου κάλλους θηλυκά που παρελαύνουν επί σκηνής, δημιουργώντας μία οπτική φαντασμαγορία, η οποία σαν άλλο παραισθησιογόνο, έχει την ιδιότητα να διεγείρει τον αμφιβληστροειδή ακόμη και του πιο ηδονοβλεπτικού σινεφίλ.

Ο ερμηνευτικός χαμαιλέοντας που ακούει στο όνομα Τόνι Σερβίλο, ενσαρκώνει κάτω από πολλαπλές στρώσεις μακιγιάζ και με ιδιαίτερη πειστικότητα, την μακιαβελική προσωπικότητα του Μπερλουσκόνι, προσδίδοντας τραγικές διαστάσεις, σε μία πολιτική καρικατούρα που διέπεται από άκρατο αμοραλισμό. Τα περίφημα πάρτι μπούγκα μπούγκα, τα αμφιβόλου ποιότητας τηλεοπτικά προγράμματα, η ποδοσφαιρική ομάδα της Μίλαν και οι αδηφάγες κατασκευαστικές εταιρείες, αποτελούν την παρακαταθήκη του ραδιούργου επιχειρηματία, προς ένα αποχαυνωμένο έθνος. Ο ιταλικός λαός, εθισμένος σε μία λαμπερή υποκουλτούρα, αποδεχόταν αδιαμαρτύρητα, ως άλλο αμνοερίφιο, τα δεκάδες σκάνδαλα ενός κυνικού showman, του πεφωτισμένου αυτού ηδονιστή, με το άγγιγμα του Μίδα.

Ανακεφαλαιώνοντας, ο Σορεντίνο, τοποθετεί τον ήρωά του στο επίκεντρο ενός εικαστικού οργασμού, αποτίοντας με περίσσιο θράσος, έναν ελλειπτικό φόρο τιμής στο σινεμά του Φελίνι. Η μεγαλομανία που τον διακατέχει, εξαντλείται σε προφανείς συμβολισμούς, σκιαγραφώντας με υπέρμετρη φιλοδοξία, ένα σκωπτικό ψυχογράφημα, μιας περσόνας εμβληματικής, μα γκροτέσκας. Το διφορούμενο φινάλε, με τις θρησκευτικές προεκτάσεις, ενδύεται ένα νεορεαλιστικό μανδύα και συνοψίζει με τρόπο ευφάνταστο την κατάσταση των δύο τελευταίων δεκαετιών στην Ιταλία. Ίσως στην πλήρη του μορφή, καθότι αρχικά, κυκλοφόρησε σε δύο μέρη, διάρκειας 204 λεπτών, να αποτελούσε ένα magnus opus.

Προς το παρόν, το Loro, παρότι βρίθει προβληματισμών, καταντά το ίδιο προβληματικό και φλερτάρει εν τέλει με την ολική κατάρρευση, φαντάζοντας μέσα στην αυταρέσκειά του, ως ένα απαστράπτον, αλλά άνισο αντίγραφο μίας τέλειας ομορφιάς.

Please follow and like us:
Loro (2018), Ιταλία2020-02-11T21:28:11+00:00

Ψυχρός Πόλεμος (2018) Πολωνία

2020-02-11T21:24:33+00:00

Γράφει ο Σπύρος Σημάτης

 

 

 

 

Ψυχρός Πόλεμος (2018) Πολωνία

Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ των Καννών (2018)

Υποψήφιο για Όσκαρ καλύτερης σκηνοθεσίας, καλύτερης φωτογραφίας και καλύτερης ξενόγλωσση ταινίας (2019)

Βρισκόμαστε στο 1949. Η επαρχιακή Πολωνία, ορίζεται ως ο τόπος συνάντησης του μποέμ μουσικοσυνθέτη Βίκτορ και της νεαρής τραγουδίστριας Ζούλα. Στην σκιά του σταλινικού καθεστώτος, γεννιέται ένας παράφορος έρωτας, ο οποίος για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, θα αποτελέσει το όχημα μίας εκλεπτυσμένης οδύσσειας, με φόντο μία μεταπολεμική Ευρώπη που προσπαθεί ασθμαίνοντας να επουλώσει τις πληγές της.

Ο Πάβελ Παβλικόφσκι, επιστρέφει για δεύτερη φορά στην γενέτειρά του, έπειτα από το νωπό θρίαμβο της Ida, επαναφέροντας τις ίδιες νόρμες που τον καθιέρωσαν και μπολιάζοντάς τες με μία ελλειπτική ιστορία αγάπης, αφιερωμένη στους γονείς του. Κι αν ο δημιουργός, στο προηγούμενο πόνημά του, κόπιαρε αριστουργηματικά τους κλασσικότερους των κινηματογραφιστών, εδώ μιμείται με περίσσιο θράσος τον εαυτό του, κοιτάζοντας αυτάρεσκα στον καθρέφτη, το ανεστραμμένο είδωλό ενός μεγαλοφυή νάρκισσου. Η αψεγάδιαστη οπτική του σκηνοθέτη, είναι και εδώ παρούσα, δημιουργώντας ένα ασπρόμαυρο σύμπαν, με κάδρα αυστηρά, μα περίτεχνα στυλιζαρισμένα, τα οποία περιβάλλουν ασφυκτικά τους κατακερματισμένους ήρωές του. Οι πρωταγωνιστές, περιφέρονται σπασμωδικά μεταξύ Ανατολής και Δύσης, διευρύνοντας τα προσωπικά τους όρια, σε μία σχέση, δίχως σύνορα. Ανένταχτοι, απροσάρμοστοι και αντικομφορμιστές, θα κυνηγήσουν μέχρι τέλους το φάντασμα μίας ελευθερίας ουτοπικής, προσδοκώντας ενδόμυχα, την απόλυτη ένωση, σε μία ήπειρο εκ προοιμίου διχασμένη. Η Γιοάννα Κούλιγκ, στο ρόλο της Ζούλα, πραγματικός χείμαρρος, σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της, διαχέοντας σε κάθε πλάνο, τον αέρα μίας παρελθοντικής σταρ χολυγουντιανού διαμετρήματος, μίας αρχετυπικής femme fatale, με θεάρεστη ομορφιά και γήινες αδυναμίες. Στον αντίποδά της, η στιβαρή παρουσία του Τόμας Κοτ, ένα λιγομίλητο αρσενικό παλαιάς κοπής, λειτουργεί περισσότερο διεκπεραιωτικά, ως το έτερον ήμισυ του φαινομενικά αταίριαστου ζευγαριού. Το ιδιόμορφο αυτό δίπολο, κατακλύζεται σταδιακά, με μία καθ’ όλα ταιριαστή μουσικοχορευτική πανδαισία, η οποία περιστρέφεται σαν εκκρεμές στον χώρο, εμφυσώντας ζωή, στο αρχέγονο εκείνο πάθος, με την αιώνια ισχύ.

Συνοψίζοντας, ο “Ψυχρός πόλεμος”, είναι μία ελεγεία πάνω στις θνητές επιθυμίες και τις καταπιεσμένες ονειρώξεις του ανθρώπου, ο οποίος φαντάζει έκθετο έρμαιο ενός φαύλου κύκλου. Η αέναη μάχη των δύο φύλων, συνιστά ένα σισύφειο παράδοξο, επιζητώντας μία λύτρωση που δεν έρχεται ποτέ. Σαν κάποιο ατελές σαιξπιρικό δράμα ή μία πρωτόλεια τραγωδία του Σοφοκλή που καταλήγει σε ένα επιμελώς ανοιχτό και αμφίσημο φινάλε. Κι ως ακραιφνής αντικατοπτρισμός ενός αρχαίου μύθου, ο φτερωτός θεός, αφότου ελευθερώσει τα αιχμηρά του βέλη, καυχιέται ηδονικά. Έρως ανίκατε μάχαν…

Please follow and like us:
Ψυχρός Πόλεμος (2018) Πολωνία2020-02-11T21:24:33+00:00

Καπερναούμ (2018) Λίβανος

2020-02-11T21:22:58+00:00

Γράφει ο Σπύρος Σημάτης

 

 

Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών του (2018)

Υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας (2019)

O Ζαϊν, ένα 12χρονο αγόρι από τη Συρία, ο οποίος ζει στην απόλυτη ένδεια κάπου στη Βηρυτό, βρίσκεται στο δικαστήριο, κατηγορούμενος για φόνο, ενώ εν συνεχεία, μηνύει τους γονείς του, καθότι τον έφεραν απερίσκεπτα στα εγκόσμια. Μέσω ενός flashback, θα μας συστήσει ένα σύμπαν περιθωριακό, με ανθρώπους απονενοημένους, μεταξύ των οποίων, μία μητέρα από την Αιθιοπία και το νεογέννητο μωρό της.

Η σκληρή πραγματικότητα θα οδηγήσει το μικρό αγόρι, σε μία βίαιη ωρίμανση, μία μετωπική σύγκρουση με την ίδια την ζωή, σε ένα τόπο, ξεχασμένο από τον Θεό.

H Kαπερναούμ, είναι μια από τις πιο γνωστές πόλεις της Καινής Διαθήκης και θεωρείται ως ένα από τα κύρια κέντρα της δράσεως του θεανθρώπου, στην περιοχή της Γαλιλαίας. Στα γαλλικά, η λέξη σημαίνει χάος και αυτό ακριβώς πραγματεύεται η ταινία της Ναντίν Λαμπακί. Στην τρίτη της απόπειρα πίσω από τις κάμερες, η σκηνοθέτις, στρέφει τα βέλη της, ενάντια στη δομή των αποτυχημένων κοινωνιών και τους απανταχού ενήλικες που τις απαρτίζουν, έρμαια ενός ολόκληρου κόσμου σε αποσύνθεση. Μέσα από την οδύσσεια του Ζαϊν, εστιάζει στην κακοποίηση που βιώνουν καθημερινά χιλιάδες παιδιά στις αναπτυσσόμενες χώρες, θίγοντας συνάμα μείζονα προβλήματα των καιρών μας, όπως το προσφυγικό, το trafficking, ακόμη και την παιδεραστία.

Η ακραιφνώς χειριστική ματιά της Λαμπακί, παρακινεί τον θεατή σε ένα είδος εκβιαστικής συμπόνοιας, σχετικά με την μοίρα των εξαθλιωμένων ηρώων, μέσω ενός δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ, για ευκατάστατους μεσοαστούς.

Ο ψευδορεαλιστικός τρόπος της αφήγησης, παραμένει καταγγελτικός καθ’όλη την διάρκεια, με τον μελοδραματισμό να χτυπάει κόκκινο, σε κάθε κορύφωση, καθώς η εμβόλιμη συνοδεία εγχόρδων, δίνει τον απαραίτητο πομπώδη τόνο όπου αυτός είναι αναγκαίος. Η απροκάλυπτη επίκληση στο συναίσθημα, φιλτράρεται δίχως φειδώ με ένα ντεμέκ ουμανισμό που ενώ προσδοκά στην ανάδειξη της ανθρώπινης κατάντιας, καταφέρνει εν τέλει να εξωθήσει τον Βιτόριο Ντε Σίκα, σε έναν επιτάφιο στροβιλισμό. Η γραφική απεικόνιση της ασχήμιας, μέσω των εναέριων πλάνων, του slow motion και ενός αδιάλειπτου μοντάζ, εξωραϊζουν τον ορυμαγδό από τις μίζερες εικόνες που ξεπροβάλλουν, ως μέρος θαρρείς, ενός καρτποσταλικού διαφημιστικού, ευρείας κατανάλωσης.

Μοναδικός της σύμμαχος στο όλο εγχείρημα, η φυσικότητα των ερασιτεχνών ηθοποιών και ειδικότερα του Ζαΐν Αλ Ραφία, στον πρωταγωνιστικό ρόλο του βιοπαλαιστή πιτσιρικά, ενός χαρακτήρα με απίστευτο βαθμό δυσκολίας, ο οποίος θα έκανε το χαμίνι του Τσάρλι Τσάπλιν, πραγματικά υπερήφανο.

Κλείνοντας, η Καπερναούμ, είναι μία ως επί το πλείστον στενάχωρη, μα υπέρ του δέοντος crowd pleaser ιστορία ενηλικίωσης, μία έθνικ αποθέωση του κινηματογραφικού λαϊκισμού, η οποία συγγενεύει εξόφθαλμα, με τις αντίστοιχες εγχώριες ηθογραφίες της δεκαετίας του 60, όπου και μεσουρανούσε ένα πάλαι ποτέ παιδί θαύμα του ελληνικού σινεμά. Ο Βασιλάκης, ο Καϊλας…

Η ίδια η δημιουργός, υποστηρίζει πως της πήρε πάνω από δύο χρόνια, για να φιλμάρει και να μοντάρει ετούτη τη φιλμική παραβολή. Περίπου δηλαδή, όσο διήρκεσαν και οι θεϊκές παρεμβάσεις του Ιησού Χριστού, στην ευρύτερη περιοχή. Κι όπως είναι εύλογο, τα θαύματα στις μέρες μας εκλείπουν.

 

Please follow and like us:
Καπερναούμ (2018) Λίβανος2020-02-11T21:22:58+00:00

Κλέφτες Καταστημάτων (2018), Ιαπωνία

2020-02-11T21:19:04+00:00

Γράφει ο Σπύρος Σημάτης

 

 

 

Κλέφτες Καταστημάτων (2018), Ιαπωνία

Χρυσός Φοίνικας στο Φεστιβάλ των Καννών

Υποψήφια για όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας

Σε μία φτωχογειτονιά του Τόκυο, κατοικοεδρεύει μία φαμίλια, η οποία ζει στην απόλυτη ένδεια, βγάζοντας τα προς το ζην, με διάσπαρτες μικροκλοπές. Όταν ένα βράδυ του χειμώνα, πατήρ και υιός, συναντούν ένα μικρό εγκαταλελειμμένο κορίτσι, δεν διστάζουν να το περιθάλψουν και να το εντάξουν σταδιακά, στον παράδοξο μικρόκοσμό τους. Όμως, οι αδιόρατες σχέσεις μεταξύ των μελών, οι οποίες θα ανέλθουν βαθμιαία στην επιφάνεια, έχουν ως αποτέλεσμα, την νομοτελειακή διατάραξη, μίας εύθραυστης ισορροπίας.

Ο Ιάπωνας σκηνοθέτης, Χιροκάζου Κόρε-έντα, πλάθει μία σύγχρονη αστική μικρογραφία, στα σπλάχνα ενός λιλιπούτειου παραδοσιακού οικήματος, λοξοκοιτώντας διαρκώς προς το ένδοξο κινηματογραφικό παρελθόν της χώρας του. Μπολιάζοντας το σινεμά του, με κατεξοχήν ουμανιστικά στοιχεία, μας φέρνει στο νου θύμισες, τόσο από το αξεπέραστο έργο του Γιασουτζίρο Όζου, όσο και από τη νεορεαλιστική ματιά ενός Βιτόριο ντε Σίκα, όπως πολύ εύστοχα παραπέμπει και η ελληνική μετάφραση του τίτλου. Ο σκηνοθέτης, προσδίδει στους χαρακτήρες του, μία πρωτόγνωρη ευαισθησία, η οποία έρχεται διαρκώς σε αντιδιαστολή, με την σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν. Ο κόσμος που τους περιβάλλει, φαντάζει παρμένος από κάποιο ανέκδοτο διήγημα του Ντίκενς, ιδωμένο θαρρείς, υπό ένα φωτεινό πρίσμα, γεμάτο ζεστασιά και κατανόηση. Η έννοια της οικογένειας, απεκδύεται του στερεοτυπικού της μανδύα και αποδομείται μαεστρικά από τον Κόρε-Έντα, με τον ίδιο να παίρνει αποστάσεις, από έναν εύκολο διδακτισμό. Μέσω μίας πολυεπίπεδης ιστορίας, γεμάτης από πληθώρα ευφάνταστων σκηνών, ο δημιουργός, δίχως να αποποιείται τις πράξεις των ηρώων του, διαχέει στοργή και ευαισθησία, σε ένα συνονθύλευμα απόκληρων, θύματα εν τη γενέσει τους, ενός καταναλωτικού ονείρου σε αποσύνθεση.

Εν κατακλείδι, ο Κόρε-Έντα, ανατέμνει τις ηθικές αξίες και τα δυσδιάκριτα όρια του δικαίου, μίας κοινωνίας ταξικά άνισης, η οποία πορεύεται, δίχως ίχνος μεμψιμοιρίας. Η τρυφερή ματιά του, αποτελεί μία λυρική ενδοσκόπηση, για τη συνύπαρξη ετερόκλητων ανθρώπων, οι οποίοι θα μοιραστούν ανιδιοτελώς, μία μειλίχια ανθολογία κλεμμένων στιγμών.

Please follow and like us:
Κλέφτες Καταστημάτων (2018), Ιαπωνία2020-02-11T21:19:04+00:00

Dogman (2018), Ιταλία

2020-02-11T21:15:37+00:00

Γράφει ο Σπύρος Σημάτης

 

 

 

 

Dogman (2018), Ιταλία

Βραβείο Αντρικής Ερμηνείας στις Κάννες (Μαρτσέλο Φόντε)

Ο Μαρτσέλο, ένας καχεκτικός μικροκακοποιός, ζει σε μία κακόφημη γειτονιά, στην ευρύτερη περιοχή της Νάπολης, μοιράζοντας τη ζωή του, μεταξύ της μονάκριβης κόρης του και ενός κομμωτηρίου για σκύλους. Η ρουτίνα του, θα διακοπεί βίαια, όταν θα επιστρέψει από τη φυλακή ο Σιμόνε, ένας παλιός γνώριμος, πρώην πυγμάχος και νυν τραμπούκος, ο οποίος θα δυναμιτίσει την εύθραυστη καθημερινότητα, με απρόβλεπτες συνέπειες.

Εμπνευσμένο από την πραγματική ιστορία του Πιέτρο Ντε Νέγκρι που συγκλόνισε την Ιταλία στα τέλη του ’80, ο Ματέο Γκαρόνε, επιστρέφει μετά από ένα σύντομο χολυγουντιανό διάλειμμα, στο είδος που τον ανέδειξε, βουτώντας εξόφθαλμα σε μία γκροτέσκα πραγματικότητα, γεμάτη από ταλαιπωρημένα πρόσωπα του περιθωρίου. Η εκπληκτική απόδοση της ψυχοσύνθεσης των πρωταγωνιστών, είναι συνυφασμένη με τη λασπωμένη σκηνογραφία, αναδίδοντας μέσα από ένα εξωπραγματικό σινεμασκόπ, μία ονειρώδη παρακμή. Ο Μαρτσέλο Φόντε, ασφυκτιά στο ρημαγμένο τοπίο που τον περιβάλλει, δάνειο θαρρείς ενός πρώιμου νεορεαλισμού, πλάθοντας μία περσόνα τραγική, εκ προοιμίου εξαθλιωμένη, μα κατα βάθος τρυφερή. Βουτηγμένος στην απόγνωση, θα ενδυθεί με ένα ντοστογιεφσκικό μανδύα, σχεδιάζοντας ευλαβικά, μία φρικαλέα εκδίκηση. Στο πλάι του, ο Εντοάρντο Πέσι, στο ρόλο του άξεστου πυγμάχου, με το γιγαντιαίο ανάστημα και το αποκρουστικό παρουσιαστικό, είναι ο δυνάστης, ο οποίος θα κινήσει τα νήματα, σε αυτό το ιδιότυπο γουέστερν. Παρέα, συνθέτουν ένα αταίριαστο δίδυμο αντιηρώων που εξυψώνει τη τυπική ιστορία αυτοδικίας, σε μία σύγχρονη παραβολή για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και το ανήλεο bullying, παραπέμποντας σημειολογικά, στη βιβλική αναμέτρηση του Δαβίδ με τον Γολιάθ.

Εν κατακλείδι, το Dogman, αντανακλά στις μεγαλοπρεπείς του εικόνες, μία κοινωνία σε σήψη, η οποία θα οδηγηθεί νομοτελειακά στη παράνοια. Τα απανταχού αποβράσματα, κουβαλούν το άδειο τους σαρκίο, σε ένα σύμπαν φωτογενές, μα συνάμα ζοφερό, με το προδιαγεγραμμένο τέλος, να επιφέρει μία παράδοξη κάθαρση. Η πλήρης απομόνωση του θύματος, θα το μεταλλάξει σταδιακά σε θύτη, με το επερχόμενο έγκλημα, να φαντάζει συγχρόνως τιμωρία.

Please follow and like us:
Dogman (2018), Ιταλία2020-02-11T21:15:37+00:00

Φυγαδεύοντας τον Χέντριξ (2018), Κύπρος

2020-02-11T21:12:19+00:00

Γράφει ο Σπύρος Σημάτης

 

Το «Φυγαδεύοντας τον Χέντριξ» κέρδισε το βραβείο Καλύτερης Ταινίας, στο Φεστιβάλ της Τραϊμπέκα και η ταινία απέσπασε το Βραβείο ΙΡΙΣ Καλύτερου Σεναρίου, από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου.

Ο 43χρονος Γιάννης, ένας ξοφλημένος μουσικός, ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τη Λευκωσία, αναζητώντας καλύτερη τύχη στο εξωτερικό. Τα σχέδιά του όμως θα ανατραπούν, όταν ο Τζίμι, ένας αξιολάτρευτος σκύλος, διασχίζει  τη Νεκρή Ζώνη και βρίσκεται ξαφνικά, στη κατεχόμενη πλευρά του νησιού. Έτσι, το σχέδιο, για τον επαναπατρισμό του συμπαθέστατου τετράποδου, θα οδηγήσει τον ήρωα, σε ένα αναπάντεχο οδοιπορικό, με απρόβλεπτες συνέπειες.

Ο πρωτοεμφανιζόμενος στη μυθοπλασία, Μάριος Πιπερίδης, βάζει στο επίκεντρο της ιστορίας του, την πολυσύνθετη πραγματικότητα της διχοτομημένης Κύπρου, υπογραμμίζοντας διακριτικά, το παράλογο, μίας εύθραυστης συνύπαρξης. Δίχως βλέψεις, για μία καθαρά πολιτική ταινία, ο σκηνοθέτης μας παρουσιάζει ένα τρυφερό αποτύπωμα, μίας προβληματικής κοινωνίας, η οποία κινδυνεύει να χάσει την ιστορική της ταυτότητα, διαιωνίζοντας έναν άλυτο γρίφο, εις το διηνεκές. Κωμικοτραγικές καταστάσεις, μπλέκουν ευφάνταστα με προσωπικά βιώματα, έχοντας ως απώτερο σκοπό, τόσο την καθαρόαιμη ψυχαγωγία, όσο και τον αναπόφευκτο προβληματισμό του μέσου θεατή. Η επιστροφή του Τζίμι στα πάτρια εδάφη, είναι το όχημα, με το οποίο ο δημιουργός, θα μας μεταφέρει την άποψη του για ένα φλέγον θέμα, επιχειρώντας να ισορροπήσει επιδέξια ανάμεσα στο αβίαστο χιούμορ και το καλοπροαίρετο σχολιασμό. Ο χρόνιος συνεργάτης του Φατίχ Ακίν, Άνταμ Μπουσδούκος, αναμετράται με το πικρό παρελθόν, ερμηνεύοντας με εξαιρετικό μπρίο, τον ανώριμο Γιάννη, ενώ η Βίκυ Παπαδοπούλου, αποδεικνύεται το ιδανικό ταίρι, συγκροτώντας επάξια, μία ετερόκλητη ομάδα χαρακτήρων, μακριά από τετριμμένα στερεότυπα και επισφαλή κλισέ. Αν και ορισμένες φορές,  η πλοκή, αδυνατεί να ξεφύγει από τις πεπατημένες σεναριακές ευκολίες μίας κοινότυπης ηθογραφίας, εντούτοις, η ψύχραιμη ματιά του Πιπερίδη, επαναφέρει το φιλμ, στις αρχικές ανάλαφρες προθέσεις. Βασικός του σύμμαχος σε όλο το εγχείρημα, η προσεγμένη δουλειά στο ρεπεράζ, μιας και η ανάδειξη των ερειπωμένων χώρων, ενδυναμώνουν ακόμη περισσότερο την αίσθηση εγκατάλειψης που επικρατεί στην πράσινη γραμμή, λειτουργώντας παράλληλα ως ευθεία αναφορά στις ασαφείς προθέσεις των μεγάλων δυνάμεων.

Εν κατακλείδι, το “Αναζητώντας τον Χέντριξ”, είναι μία χαμηλότονη παραβολή για τις σχέσεις μεταξύ των λαών και ταυτόχρονα μία όαση φρεσκάδας, στο άνυδρο εγχώριο σινεμά. Η ευαίσθητη προσέγγιση που υιοθετείται, στο ακανθώδες ζήτημα του “κυπριακού”, φαντάζει ικανή εκ προοιμίου, να συμπαρασύρει το φιλοθεάμων κοινό, σε ένα αισιόδοξο ταξίδι, στις γειτονιές του πολύπαθου αυτού τόπου.

Please follow and like us:
Φυγαδεύοντας τον Χέντριξ (2018), Κύπρος2020-02-11T21:12:19+00:00

Μάρτυρας Κατηγορίας (ΗΠΑ), 1957

2020-02-11T21:10:41+00:00

Γράφει ο Σπύρος Σημάτης

 

Μάρτυρας Κατηγορίας (ΗΠΑ), 1957

Η ταινία ήταν υποψήφια για έξι Όσκαρ (Καλύτερης Ταινίας, Α’ Αντρικού ρόλου, Β’ Γυναικείου Ρόλου, Σκηνοθεσίας, Μοντάζ και Ήχου), όπου και έχασε σχεδόν σε όλες από τη “Γέφυρα του Ποταμού Κβάι”, του Ντέιβιν Λιν. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την έχει συμπεριλάβει στις 10 καλύτερες ταινίες δικαστικού δράματος.

Στο Λονδίνο της δεκαετίας του ’50, ο Σερ Γουίλφριντ Ρόμπαρτς, ένας δικηγόρος παλαιάς κοπής με κλονισμένη υγεία, αναλαμβάνει την υπεράσπιση του Λέοναρντ Βόουλ, ενός φαινομενικά αδίστακτου προικοθήρα, ο οποίος φέρεται ως ο κύριος ύποπτος, για τη δολοφονία της πλούσιας χήρας, Έμιλι Φρεντς. Όλες οι ενδείξεις, ενοχοποιούν τον κατηγορούμενο, όμως η γυναίκα του, μία παγερή και μυστηριώδης Γερμανίδα, έρχεται στο προσκήνιο, ανατρέποντας συνεχώς τα δεδομένα.

Ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ, ο Μπίλυ Γουάιλντερ, καταπιάνεται με το ομότιτλο διήγημα της Αγκάθα Κρίστι και μας παραδίδει ένα διαχρονικό διαμάντι που θα ζήλευε ακόμη και ο μετρ του σασπένς, ο σερ Άλφρεντ Χίτσκοκ. Μέσα από μία αρχετυπική δομή whodunit, ο Γουάιλντερ, μας μεταφέρει σε μία μεταπολεμική Ευρώπη, με ανθρώπους δολοπλόκους, γεμάτους σκοτεινά κίνητρα και καλά κρυμμένα μυστικά. Επεμβαίνοντας ο ίδιος στο σενάριο, διανθίζει με κωμικά ευρήματα και καθαρόαιμο βρετανικό χιούμορ, μία ευρηματική ιστορία, η οποία περιστρέφεται γύρω από τη περίφημη αγγλοσαξονική δικονομία. Ο Τσαρλς Λότον, αυτός  ο ογκόλιθος της υποκριτικής, ενσαρκώνει με μία πνευματώδη διαύγεια τον εκκεντρικό ποινικολόγο, γεμίζοντας κάθε πλάνο, με την επιβλητική του παρουσία. Η συνύπαρξή του επί σκηνής, με τη σύντροφο της ζωής του, Έλσα Λάντσεστερ, είναι μνημειώδης και δημιουργεί σκηνές ανθολογίας, οι οποίες διανθίζονται επιμελώς με βιτριολικούς διαλόγους. Το αντίπαλο δέος του φλεγματικού Λότον, η ξανθιά ντίβα, Μάρλεν Ντίτριχ, μαγνητίζει τα βλέμματα ακόμη και στα 57 της χρόνια, περιφέροντας σε κάθε πλάνο, ένα αινιγματικό προσωπείο, ακαταμάχητης γοητείας. Τελευταίος, μα επ’ ουδενί καταϊδρωμένος, ο πρώην ζεν πρεμιέ, Ταϊρόν Πάουερ, στον ύστατο ρόλο της καριέρας του, ο οποίος ενώ φαντάζει αρχικά υποτονικός, αποδεικνύει σταδιακά το εύρος των δυνατοτήτων του, ερμηνεύοντας με διακριτική αμφισημία, έναν αμφιλεγόμενο ήρωα. Η παραστατική γραφή της Αγκάθα Κρίστι, βρίσκει στο πρόσωπο του Γουάιλντερ, έναν απρόσμενο σύμμαχο, με απόλυτη γνώση του είδους που πρεσβεύει, καθιστώντας τον “Μάρτυρα Κατηγορίας”, τη πρώτη και καλύτερη μεταφορά της εμβληματικής συγγραφέως, στη μεγάλη οθόνη. Μέσω απολαυστικών στιχομυθιών, επεξηγηματικών φλας μπακ, σφιχτοδεμένου μοντάζ και αεικίνητης πλανοθεσίας, ο σκηνοθέτης, αν και σέβεται στο έπακρο τις θεατρικές καταβολές του κειμένου, εν τούτοις προσδίδει μία οξυδερκή κινηματογραφική ματιά, σε μία ούτως η άλλως, συναρπαστική πρώτη ύλη.

Συνοψίζοντας, “Ο Μάρτυρας Κατηγορίας”, 62 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, συνεχίζει να αποτελεί μία ανεπανάληπτη οπτικοακουστική εμπειρία, για κάθε επίδοξο σινεφίλ που σέβεται τον εαυτόν του. Η δε λύση, που επιφέρει σαν κεραυνό εν αιθρία, το συγκλονιστικό φινάλε, θα προκαλέσει επιφωνήματα θαυμασμού, ακόμη και στους πιο υποψιασμένους θεατές. Και προσοχή, κρατήστε την έκβαση κρυφή, από φίλους, συγγενείς και λοιπούς αδαείς, όπως προστάζει ευγενικά, η φωνή του παραγωγού, στους τίτλους τέλους. Γιατί κάποιες μαρτυρίες, πρέπει να φυλάσσονται ερμητικά στην αίθουσα, ακόμη και αν διαψεύδονται εκ των υστέρων, κατηγορηματικά.

Please follow and like us:
Μάρτυρας Κατηγορίας (ΗΠΑ), 19572020-02-11T21:10:41+00:00

Η Συμμορία των Σικελών (1969), Γαλλία

2020-02-11T21:05:29+00:00

 

Γράφει ο Σπύρος Σημάτης

Ένας σεσημασμένος διαρρήκτης, δραπετεύει κατά την μεταφορά του στις φυλακές, με την βοήθεια μίας σικελιάνικης φαμίλιας και ακολούθως, οργανώνει ένα ριψοκίνδυνο σχέδιο κλοπής, πολύτιμων λίθων. Ενόσω η ληστεία βρίσκεται σε εξέλιξη, ένας εμμονικός επιθεωρητής, βρίσκεται στα ίχνη του, κινώντας γη και ουρανό, σε μία τεράστια κινηματογραφική επιτυχία που δοκιμάζει την αντοχή της στο χρόνο.

Βασισμένη σε μυθιστόρημα του Ογκίστ Λε Μπρετόν, γνωστού από το «Rififi» του Ζιλ Ντασέν, καθώς και το «Bob Le Flambeur» του Ζαν-Πιερ Μελβιλ, η “Συμμορία των Σικελών” αποτελεί εν τη γενέσει της, ένα πρώιμο Blockbuster, με τα ιερά τέρατα του γαλλικού σινεμά, να περιφέρουν αυτάρεσκα την ακαταμάχητη γοητεία τους, στη μεγάλη οθόνη. Ο Ανρί Βερνέιγ, ο γαλλοαρμένιος σκηνοθέτης με την αμερικάνικη ματιά που τόσο μίσησε η νουβέλ βαγκ, υπογράφει εδώ την καλύτερή του ταινία, παραδομένος απόλυτα στην ελαφρότητα των 60’s. Ο Αλέν Ντελόν, ως η επιτομή του coolness, διαβρώνει με ένα απαράμιλλο στυλ κάθε πλάνο, παραμένοντας αφόρητα θελκτικός, ακόμη και στις πιο σκοτεινές του εκφάνσεις. Στον αντίποδα, η στιβαρή παρουσία του Ζαν Γκαμπέν, παρέα με τον σκληροτράχηλο Λίνο Βεντούρα, επιφέρει στο όλο εγχείρημα την απαραίτητη νουάρ νότα, διαχέοντας ανόθευτη τεστοστερόνη, σε μία καλοκουρδισμένη παραγωγή, με πολύχρωμη αισθητική. O Βερνέιγ, καθοδηγεί με νεύρο τους ακριβοθώρητους πρωταγωνιστές του, από το Παρίσι στη Ρώμη και τέλος τη πολύβουη μητρόπολη της Νέας Υόρκης, τοποθετώντας επιδέξια, πάμπολλες σκηνές έντασης, στο κοσμοπολίτικο καμβά του. Η αρχετυπική αστυνομική πλοκή, κλιμακώνεται μαεστρικά, αντανακλώντας παράλληλα, τους κώδικες τιμής ενός κόσμου ανήθικου, ενώ η αριστουργηματική μουσική επένδυση του Έννιο Μορικόνε αποτελεί το σήμα κατατεθέν, του ιδιότυπου αυτού γουέστερν. Ορισμένα διάσπαρτα ατοπήματα, όπως ο υφέρπων μισογυνισμός, μπορεί να ξενίσουν το σύγχρονο θεατή, της #metoo πραγματικότητας, όμως δεν αρκούν επουδενί να αμαυρώσουν την αίγλη της απαστράπτουσας συμμορίας. Οι πληθωρικές αρσενικές παρουσίες, η απενοχοποιημένη δράση και τα ευφάνταστα σεναριακά ευρήματα, συνθέτουν περίτεχνα, ένα αξεπέραστο οφθαλμόλουτρο για τον εκάστοτε σινεφιλικό αποδέκτη.

Εν κατακλείδι, ο Βερνέιγ, κατορθώνει να βρει τη χρυσή τομή, ανάμεσα στο πεσιμισμό των προκατόχων του και τη καθαρόαιμη ψυχαγωγία, παραδίδοντας μας, ένα ανεπανάληπτο έργο τέχνης, ελεγειακών αποχρώσεων. Ο κυνισμός και η υπαρξιακή αγωνία, καμουφλάρονται με ένα ατόφιο pop επικάλυμμα, αποτυπώνοντας στο σελιλόιντ, το στίγμα μίας άλλης εποχής, η οποία πέρασε ανεπιστρεπτί. Κι αν όλα αυτά, φαντάζουν κάπως παλιομοδίτικα στις γενιές των multiplex, “Η Συμμορία των Σικελών”, στέκεται 50 χρόνια μετά, ως ένα διαχρονικά απολαυστικό και αθεράπευτα ρετρό κομψοτέχνημα.

Please follow and like us:
Η Συμμορία των Σικελών (1969), Γαλλία2020-02-11T21:05:29+00:00